24/04/2026
Καθώς επιστρέφω από την τελευταία μου περιπέτεια, νιώθω ανήσυχος. Μπορεί στην Μόντεργιορντ τα πράγματα να έχουν εξελιχθεί όπως έπρεπε… ίσως και όχι. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει τι συνέβη εκεί. Η χώρα του ποταμού Έαρμαρκ όμως δεν είναι ο μόνος φανταστικός τόπος, τον οποίο έχω την υποχρέωση να εποπτεύω. Καθώς μπαίνω στο εργαστήριο μου, με την σκόνη στις μπότες μου παχιά ακόμη, το μυαλό μου γυρνάει στον Μπράντ’ακάρ, τον ξεροκέφαλο νεοσύλλεκτο που είχε συλληφθεί από τον Φύλαρχο μιας άγριας και αιμοδιψούς φυλής. Η γενιά του είχε ήδη πληρώσει βαρύ φόρο αίματος για έναν πόλεμο που κληρονόμησαν, τι άλλο μπορούσε να τους περιμένει;
Κάθομαι στο σκοτεινό γραφείο μου και ανάβω την πίπα μου προσπαθώντας να ηρεμήσω, αλλά τότε παρατηρώ κάτι που δεν έχει θέση εκεί. Μια περγαμηνή με ένα κυανό βουλοκέρι και μια δρακοκεφαλή είναι προσεκτικά τοποθετημένη δίπλα στο χειρόγραφο των Τέκνων του Καβύρου. Την σηκώνω με δισταγμό σπάω το βουλοκέρι:
"Για την αγάπη του Κάβυρου, Fantasy Wanderer,
Ο χρόνος μας πιέζει, και η ιστορία των Τέκνων του Καβύρου δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Πρέπει να γυρίσεις πίσω, κάτι τεράστιο πρόκειται να συμβεί στην Γαία. Ο Μπράντ’ακάρ, ο Αλάστωρ, ακόμη και ο βασιλιάς Ντουργκίριον, όλοι σε χρειάζονται, καθυστερήσαμε αρκετά, αλλά τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.
Μετά Τιμής,
Νιμπελιονάσιρ, ο Κυανός"
Πριν προλάβω όμως να αφήσω κάτω την περγαμηνή κάτι αλλάζει...
Ο αέρας στο εργαστήριο μου βαρύς από τον καπνό γίνεται πηχτός. Οι σκιές επιμηκύνονται, σερνάμενες από τις σκονισμένες γωνιές. Κάτι έχει περάσει τα ξόρκια μου. Και τότε σκιές και καπνός αρχίζουν να στροβιλίζονται μπροστά στο γραφείο μου. Σηκώνομαι με το χέρι στο τσεκούρι μου επιφυλακτικά. Μια ερεβώδης πύλη στροβιλίζεται αργά μπροστά μου και ένας ψίθυρος φερμένος από μακριά ηχεί στα αυτιά μου: «Είναι καιρός να επιστρέψεις...»
Μείνετε συντονισμένοι...
Κάτι μεγάλο έρχεται...